ἔμφυσις

ἔμφῠσις, εως, ,
A insertion of a muscle, Gal.UP1.21, Orib.25.31.6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔμφυσις — insertion fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμφύσει — ἔμφυσις insertion fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐμφύσεϊ , ἔμφυσις insertion fem dat sg (epic) ἔμφυσις insertion fem dat sg (attic ionic) ἐμφύ̱σει , ἐμφύω implant aor subj act 3rd sg (epic) ἐμφύ̱σει , ἐμφύω implant fut ind mid 2nd sg ἐμφύ̱σει …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμφύσεις — ἔμφυσις insertion fem nom/voc pl (attic epic) ἔμφυσις insertion fem nom/acc pl (attic) ἐμφύ̱σεις , ἐμφύω implant aor subj act 2nd sg (epic) ἐμφύ̱σεις , ἐμφύω implant fut ind act 2nd sg ἐμφυσάω blow in imperf ind act 2nd sg (attic epic ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμφύσεσι — ἔμφυσις insertion fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμφύσησιν — ἔμφυσις insertion fem dat pl (epic) ἐμφύσησις inflation fem acc sg ἐμφύ̱σησιν , ἐμφύω implant aor subj mid 2nd sg (epic) ἐμφύ̱σησιν , ἐμφύω implant aor subj act 3rd sg (epic) ἐμφυσάω blow in pres ind act 3rd sg ἐμφύ̱σησιν , ἐμφυσάω blow in pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμφυσιν — ἔμφυσις insertion fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έμφυση — η (Α ἔμφυσις) εμφύτευση, παρεμβολή, ανάπτυξη νεοελλ. ιατρ. «έμφυση ή εμφύτευση ή κατασκήνωση ωού» η διείσδυση τού γονιμοποιημένου ωαρίου μέσα στο βλεννογόνο τής μήτρας για περαιτέρω ανάπτυξη αρχ. η αύξηση ή ανάπτυξη μέσα σε κάποιο μέρος («οὐ… …   Dictionary of Greek

  • ἐμφύσεων — ἐμφύσεω̆ν , ἔμφυσις insertion fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμφύσεως — ἐμφύσεω̆ς , ἔμφυσις insertion fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμφύσῃ — ἐμφύσηι , ἔμφυσις insertion fem dat sg (epic) ἐμφύ̱σῃ , ἐμφύω implant aor part act fem dat sg (attic epic ionic) ἐμφύ̱σῃ , ἐμφύω implant aor subj mid 2nd sg ἐμφύ̱σῃ , ἐμφύω implant aor subj act 3rd sg ἐμφύ̱σῃ , ἐμφύω implant fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.